Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα # ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ_ΜΕΤΑΞΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα # ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ_ΜΕΤΑΞΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Εφυγε σαν σήμερα ο Αλέκος Παναγούλης, 1976

Εφυγε σαν σήμερα την πρωτομαγιά του 1976 σε ηλικία 36 ετώνο Αλέκος Παναγούλης κατόπιν τροχαίου ατυχήματος στην λεωφόρο Βουλιαγμένης (το αυτοκίνητό του πήγε και έπεσε σε υπόγειο κατάστημα επί της λεωφόρου κάθετα στην πορεία), λίγες μέρες πριν την αποκάλυψη των φακέλων σχετικά με τα όργανα ασφαλείας της Χούντας (Φάκελος ΕΣΑ). Η αποκάλυψη των φακέλων, που δεν έλαβε χώρα ποτέ, λέγεται ότι περιείχε αδιαμφισβήτητες αποδείξεις εις βάρος ορισμένων πολιτικών που συνεργάστηκαν με την χούντα. Κατά πολλούς, το τροχαίο ατύχημα είχε στηθεί για να θέσει τον Αλέξανδρο Παναγούλη εκτός μάχης και να εξαφανίσει τις αποδείξεις που είχε υπό την κατοχή του. Δεν έχει παρουσιαστεί ωστόσο μέχρι σήμερα κανένα τεκμήριο για όλες αυτές τις εικασίες.

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης γεννήθηκε στην Γλυφάδα. Δευτερότοκος γιος της Αθηνάς Κακαβούλη (1908-1991) και του Βασιλείου Παναγούλη, αξιωματικού του στρατού ξηράς. Αδερφός του Γεωργίου Παναγούλη, θύματος του καθεστώτος των Συνταγματαρχών, και του Ευσταθίου Παναγούλη, μετέπειτα πολιτικού άνδρα.

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης συμμετείχε ενεργά στον αγώνα για την επαναφορά της δημοκρατίας και εναντίον του στρατιωτικού καθεστώτος του Γ. Παπαδόπουλου (1967-1974). Λιποτάκτησε από το στράτευμα και ίδρυσε την οργάνωση Εθνική Αντίσταση. Μαζί με στενούς του συνεργάτες σχεδιάζει την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Παπαδόπουλου την 13η Αυγούστου 1968 κοντά στη Βάρκιζα. Αποτυγχάνει και συλλαμβάνεται. 
Μετά από μερόνυχτα συνεχούς βασανισμού, οδηγείται ημιθανής στο νοσοκομείο και κατόπιν δικάζεται από το Στρατοδικείο στις 3 Νοεμβρίου 1968 και καταδικάζεται δις εις θάνατον, μαζί με άλλα μέλη της Εθνικής Αντίστασης, στις 17 Νοεμβρίου 1968. Μεταφέρεται στην Αίγινα για την εκτέλεση η οποία όμως ματαιώθηκε χάρη στις πιέσεις της διεθνούς κοινότητας και αφού προσπάθησαν να πείσουν τον Παναγούλη να υπογράψει για να του δοθεί χάρη. Στις 25 Νοεμβρίου 1968 ο Παναγούλης μεταφέρθηκε από την Αίγινα στις Στρατιωτικές Φυλακές του Μπογιατίου (Σ.Φ.Μ.), όπου και του επιβλήθηκε η "ποινή του εντοιχισμού" όπως λέει ο ίδιος.  Από εκεί δραπετεύει στις 5 Ιουνίου 1969, συλλαμβάνεται όμως εκ νέου και οδηγείται προσωρινά στο στρατόπεδο στου Γουδή για να μεταφερθεί μετά από ένα μήνα και πάλι στις φυλακές Μπογιατίου. Εκεί τον περιμένει η απομόνωση σε κελί που το έφτιαξαν ειδικά για τον Παναγούλη και ήταν σαν αντίγραφο τάφου. Επιχειρεί να δραπετεύσει αρκετές φορές ανεπιτυχώς. Γράφει ποιήματα ως διέξοδο. Συνεχίζει να γράφει ακόμα και όταν του κατάσχουν κάθε γραφική ύλη χρησιμοποιώντας για μελάνι το αίμα του και για χαρτί τους τοίχους του κελιού-τάφου του.
Ο Α. Παναγούλης σύμφωνα με ορισμένους αρνείται την πρόταση απονομής χάριτος που του προσέφερε η χούντα. Τον Αύγουστο του 1973 – μετά από τεσσεράμισι σχεδόν χρόνια φυλάκισης – απελευθερώθηκε βάση της γενικής αμνηστίας που απένειμε το καθεστώς των συνταγματαρχών στους πολιτικούς κρατούμενους, κατόπιν της αποτυχημένης προσπάθειας του Γ. Παπαδόπουλου να φιλελευθεροποιήσει το καθεστώς του. Αυτοεξορίζεται εκ νέου, αυτή τη φορά στην Φλωρεντία της Ιταλίας, για να επαναδραστηριοποιηθεί στην αντίσταση, ουσιαστικά όμως συνεχίζει την αντίσταση στην Ελλάδα ερχόμενος κρυφά όπου και οργανώνει ομάδες αντίστασης.

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Η Βαρβάρα (επί δικτατορίας του Μεταξά - 1936 )

Η "Βαρβάρα" με έντονους συμβολισμούς και συνειρμούς, 

ταυτίσθηκε από την κοινή γνώμη με την κόρη του δικτάτορα Μεταξά 

που όμως δεν την έλεγαν Βαρβάρα.
Αποτέλεσμα ήταν να γίνει ανάρπαστος ο δίσκος 
και να ακούγεται παντού, 
πράγμα που γρήγορα προκάλεσε την επέμβαση της αστυνομίας.




* * * * *


Το τραγούδι αυτό υπάρχει με δύο διαφορετικές εκδόσεις στίχων, 
την κανονική και αυτήν που αλλάχτηκε επίτηδες για να περάσει από τη λογοκρισία.
Την κανονική (ολίγον πικάντικη) έκδοση, τραγουδάει ο Νταλάρας 
και ο αστυνόμος-Ζαχαρίας τον "διορθώνει" τραγουδώντας τα "νόμιμα" λογοκριμένα λόγια.




(Στην παραπάνω εκτέλεση  ακούγονται οι δύο πρώτοι στοίχοι.)


Στίχοι & Μουσική,  Πάνος Τούντας


Η Βαρβάρα κάθε βράδυ στη Γλυφάδα ξενυχτάει
και ψαρεύει τα λαβράκια, κεφαλόπουλα, μαυράκια
Το καλάμι της στο χέρι, κι όλη νύχτα στο καρτέρι
περιμένει να τσιμπήσει το καλάμι να κουνήσει

Ένας κέφαλος βαρβάτος, όμορφος και κοτσονάτος
της Βαρβάρας το τσιμπάει, το καλάμι της κουνάει
Μα η Βαρβάρα δεν τα χάνει τον αγκίστρωσε τον πιάνει
τον κρατά στα δυο της χέρια και λιγώνεται στα γέλια

Κοίταξε μωρή Βαρβάρα, μη σου μείνει η λαχτάρα
τέτοιος κέφαλος με νύχι, δύσκολα να σου πετύχει
Βρε Βαρβάρα μη γλιστρήσει και στη θάλασσα βουτήξει
βάστα τον απ’ το κεφάλι μη σου φύγει πίσω πάλι

Στο καλάθι της τον βάζει κι από την χαρά φωνάζει
έχω τέχνη έχω χάρη ν’ αγκιστρώνω κάθε ψάρι
Για ένα κέφαλο θρεμμένο όλη νύχτα περιμένω
που θα `ρθεί να μου τσιμπήσει το καλάμι να κουνήσει


* * * * *

Όλοι οι στίχοι με τον Στελλάκη Περπινιάδη.



* * * * *

Διηγείται ο Στελλάκης Περπινιάδης (Ρεμπέτικη Ιστορία 1, Κ. Χατζηδουλή, εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ) 
(Πηγή  www.rembetiko.gr/forums)

Μετά λίγο καιρό από τη δικτατορία Μεταξά, που έγινε το 1936, 
τραγούδησα τη Βαρβάρα του Παν. Τούντα, 
όπου στο δίσκο παίζει ο Γιοβάν Τσαούς και η παρέα του. 
Η δικτατορία θεώρησε το τραγούδι "άσεμνο" και "προκλητικό", 
γιατί είπαν ότι έχει ύποπτους στίχους και όχι ηθικούς. 
Λίγες μέρες μετά την κυκλοφορία του, το τραγούδι απαγορεύτηκε, 
αλλά είχε προλάβει να γίνει πάρα πολύ μεγάλη επιτυχία και να τραγουδιέται σ' όλη την Ελλάδα. 
Η αστυνομία γύριζε και μάζευε τις Βαρβάρες 
από τα μαγαζιά και από τους πλανόδιους φωνoγραφητζήδες.
 Έπαιρνε τους δίσκους, τους έσπαγε και έκανε μηνύσεις σ' εκείνους που τους πούλαγαν. 
Δεκάδες χιλιάδες δίσκους της Βαρβάρας έσπασε η Ασφάλεια 
και έκανε αμέτρητες μηνύσεις σε καταστηματάρχες και φωνoγραφητζήδες.
Τ' αποτέλεσμα ήτανε, να πάνε στο δικαστήριο κατηγορούμενοι, 
όλοι αυτοί που πούλαγαν δίσκους, με βασικούς κατηγορούμενους 
το Θεμιστοκλή Λαμπρόπουλο (γιατί στην ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ είχε γυριστεί ο δίσκος), 
τον Παν. Τούντα, γιατί ήταν ο δημιουργός του τραγουδιού 
και ο υπεύθυνος φωνογραφήσεων της εταιρείας και όλους, όπως είπα, τους καταστηματάρχες. 
Η δίκη έγινε στην Αθήνα και προκάλεσε πάταγο. 
Χιλιάδες κόσμος, από όλες τις κοινωνικές τάξεις, ήρθαν για να παρακολουθήσουν τη δίκη. 
Επί το πλείστον, είχαν έρθει γυναίκες, της λεγόμενης αριστοκρατίας. 
Η ουρά του κόσμου που ήθελε να μπει στο δικαστήριο είχε φτάσει τα πολλά χιλιόμετρα, 
ενώ οι αστυφύλακες, που είχαν στείλει για να τηρήσουν την τάξη, 
ήταν περισσότεροι και από τον κόσμο που είχε έρθει για να παρακολουθήσει.
Εγώ κλήθηκα και παρουσιάστηκα να καταθέσω σαν ο πρώτος και βασικός μάρτυρας, 
επειδή ήμουνα ο εκτελεστής του τραγουδιού στο δίσκο. 
Εμένα με επέπληξε ο Εισαγγελέας, γιατί, είπε, έφτασα στο σημείο να τραγουδήσω 
ένα τόσο άσεμνο και προκλητικό για τα ήθη, τραγούδι. 
Δικαιολογήθηκα, δασκαλεμένος από το δικηγόρο, 
ότι ήμουν τραγουδιστής και μάλιστα με αποκλειστικό συμβόλαιο 
και ήμουν υποχρεωμένος να τραγουδήσω τα τραγούδια που μου έδινε ή εταιρεία που με πλήρωνε.
 Είπα ακόμα ότι, κατά τη γνώμη μου, επειδή έχω τραγουδήσει αμέτρητα τραγούδια, 
οι στίχοι του τραγουδιού είναι σατιρικοί και όχι άσεμνοι. 
Τότε γύρισε ο Εισαγγελέας και μου είπε το θρυλικό: 
Καταντήσαμε, όλοι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες 
να έχουν κάτω από τη μασχάλη τους και από μιά Βαρβάρα...
Ο Τούντας είχε φέρει ένα δικηγόρο από τον Πανελλήνιο Μουσικό Σύλλογο, 
ο οποίος προσπάθησε να εξηγήσει στο δικαστήριο, ότι δεν είναι άσεμνο και προκλητικό, 
το να πάει η κάθε Βαρβάρα με το καλάμι της και να περιμένει να τσιμπήσει ο κέφαλος. 
Το ψάρι λέγεται κέφαλος και δεν είναι προκλητικό, 
αν η Βαρβάρα τον κρατάει στα δυό της χέρια, και, από τη χαρά της, να λιγώνεται από τα γέλια. 
Παρά τις προσπάθειες του δικηγόρου και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσης 
(είχε έρθει και ο Φαλταιτς, που εντυπωσίασε με την κατάθεση), 
καταδικάσθηκε ο Τούντας και αναγκάσθηκε να πληρώσει ο άνθρωπος 
και τις χρηματικές ποινές όλων των καταστηματαρχών και των φωνογραφητζήδων 
Πήρε, μετά από συνεννόηση με το Λαμπρόπουλο, όλα τα βάρη απάνω του. 
Και έτσι αθωώθηκε ο Θεμιστοκλής και όλοι οι άλλοι. 
Υπεύθυνος φωνoγραφήσεων της εταιρείας ήταν ο Τούντας και αυτός καταδικάσθηκε… 
Ισχυρίζονται ότι απαγορεύθηκε το τραγούδι, επειδή, 
τάχα, έλεγαν Βαρβάρα την κόρη του Μεταξά. 
Αυτό εγώ δεν το παραδέχομαι 
και άλλωστε ποτέ δεν έμαθε κανείς για τις ενέργειες του ίδιου του Μεταξά. 
Μπορεί ο κόσμος να νόμιζε κάτι τέτοιο 
και μπορεί να ήταν μιά αιτία που ο κόσμος έτρεχε σαν τρελός να αγοράσει το δίσκο, 
αλλά ουσιαστικά, δε νομίζω ότι απαγορεύτηκε για το λόγο αυτόν το τραγούδι του Τούντα. 
Γεγονός πάντως είναι, ότι αμέσως μετά την καταδικαστική απόφαση, 
συνεστήθη Επιτροπή Λογοκρισίας, την οποίαν αποτελούσαν ο Πράτσικας και ο Ψαρούδας..."

Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα το τραγούδι αυτό να είναι του Γιοβάν Τσαούς και λόγω των περιπετειών του να πήρε την ευθύνη ο Τούντας...